γλυκυδερκής

γλυκυδερκής
with a sweet glance
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γλυκυδερκής — γλυκυδερκής, ές (Α) 1. αυτός που κοιτάζει γλυκά 2. εκείνος που έχει γλυκιά όψη, που χαίρεσαι να τον κοιτάζεις. [ΕΤΥΜΟΛ. < γλυκύς + δερκής < δέρκομαι «βλέπω» (πρβλ. οξυδερκής, πολυδερκής κ.ά.)] …   Dictionary of Greek

  • γλυκυδερκές — γλυκυδερκής with a sweet glance masc/fem voc sg γλυκυδερκής with a sweet glance neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλυκ(ο)- — και γλυκύ πρώτο συνθετικό λέξεων τής αρχαίας (γλυκύ ), μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από το επίθετο γλυκύς/ γλυκός ή το επίρρ. γλυκά, που δηλώνει ποικιλία σημασιών:1. Γλυκύτητα στη γεύση και, κατ επέκταση, σε οποιαδήποτε άλλη από τις αισθήσεις.… …   Dictionary of Greek

  • δέρκομαι — και δερκιάομαι (Α) 1. βλέπω καθαρά 2. βλέπω, παρατηρώ κάποιον ή κάτι («...δερκομένοισι Τρῶας» ενώ παρατηρούσαν τους Τρώες) 3. διακρίνω, αισθάνομαι («κτύπον δέδορκα») 4. (για την Τύχη) προσβλέπω με εύνοια, ρίχνω ευνοϊκή ματιά 5. (για το φως)… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.